Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013



“ Η ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ ΥΓΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΜΕ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ, ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΑΙΤΙΑ ΘΝΗΣΙΜΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΠΩΣ Η ΠΡΟΛΗΨΗ, Η ΠΡΟΑΓΩΓΗ ΚΑΙ Η ΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΜΒΑΛΕΙ ΣΕ ΑΥΤΑ”


1. Εισαγωγή

Η υγειονομική πολιτική μπορεί να οριστεί ως το σύνολο των αποφάσεων, των δεσμεύσεων και των μέτρων για τη διατήρηση ή τη βελτίωση του επιπέδου υγείας του πληθυσμού και την παροχή υπηρεσιών φροντίδας υγείας. Αποτελεί μια συμφωνία ως προς τον σκοπό, τους στόχους και τους άξονες δράσης για την επίτευξη αυτών.1 Εντάσσεται έτσι στο ευρύτερο πλαίσιο άσκησης κοινωνικής πολιτικής και θεωρείται ένας από τους βασικούς τομείς παρέμβασης του κοινωνικού κράτους για την καταπολέμηση των πέντε “μεγάλων κινδύνων” .Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με τον W.Beveridge, οι
κοινωνικής ασφάλισης υγείας, εκπαίδευσης, στέγαση και απασχόλησης αποτελούν τις βασικές συνιστώσες για την αντιμετώπιση της φτώχειας, της ασθένειας, της άγνοιας, της εξαθλίωσης και της ανεργίας.2

Η προσέγγιση της υγείας  ως η κατάσταση πλήρους σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας του ατόμου και όχι μόνο η απουσία ασθένειας ή αναπηρίας3 θέτει την υγεία και τη σχετιζόμενη μ' αυτή ποιότητα ζωής στο κέντρο του ερευνητικού ενδιαφέροντος. Η θέση αυτή αναδεικνύει τις κοινωνικοοικονομικές, πολιτικές και περιβαλλοντικές συνθήκες σε μείζονες προσδιοριστικούς παράγοντες του επιπέδου υγείας.  Επίσης θέτει σε πρώτο πλάνο το άτομο και τις ανάγκες του, ανάγκες οι οποίες εκφράζονται από τον ίδιο και όχι από τους ειδικούς. Με την κατανόηση των υποκειμενικών αναγκών υγείας, του επιπέδου υγείας, της ποιότητας ζωής και των συμπεριφορών υγείας δίνεται η δυνατότητα ορθολογικού σχεδιασμού κατά την ανάπτυξη πολιτικών και στρατηγικών υγείας.4

Η μέτρηση του επιπέδου υγείας του πληθυσμού αποτελεί απαραίτητο εργαλείο για την χάραξη υγειονομικής πολιτικής, ωστόσο οι διαφορετικές προσεγγίσεις που έχουν αναπτυχθεί για το προσδιορισμό της έννοιας της υγείας καθιστούν το παραπάνω εγχείρημα ιδιαιτέρως δυσχερές. Η κατάσταση υγείας ενός πληθυσμού, όπως προαναφέραμε εξαρτάται από πολλούς διαφορετικούς παράγοντες πέρα από τους βιολογικούς, όπως για παράδειγμα κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς . Το πρόβλημα γίνεται ακόμα δυσκολότερο στο βαθμό που επιχειρούνται διεθνείς συγκρίσεις  καθώς δεν υπάρχει ένας παγκόσμιος δείκτης υγείας, έτσι απαραίτητη προυπόθεση είναι η κοινή μεθοδολογία συλλογής και ανάλυσης δεδομένων.

Στα πλαίσια αυτά για την παρακολούθηση και την εξέλιξη της κατάστασης υγείας ενός πληθυσμού έχουν αναπτυχθεί δύο βασικές κατηγορίες δεικτών υγείας. Οι αρνητικοί δείκτες, οι οποίοι βασίζονται στον αρνητικό ορισμό της υγείας και που σχετίζονται με τις εκδηλώσεις αρνητικών βιολογικών συμπτωμάτων και οι θετικοί δείκτες, οι οποίοι εμπεριέχουν τη διάσταση της ποιότητας της ζωής και της αυτοαξιολόγησης του επιπέδου υγείας. Αρνητικοί δείκτες είναι ο δείκτης νοσηρότητας, που αποτυπώνει τις αναλογίες ασθενειών και ο δείκτης θνησιμότητας, που αναφέρεται στον αριθμό των θανάτων ενός πληθυσμού. Στους θετικούς δείκτες συγκαταλέγονται το προσδόκιμο επιβίωσης, δηλαδή ο αριθμός των ετών που αναμένεται να ζήσουν τα άτομα είτε κατά τη γέννηση τους είτε στην ηλικία των 65 ετών, η γεννητικότητα, δηλαδή ο αριθμός των ζωντανών γεννήσεων, καθώς επίσης και η μέτρηση της ποιότητας ζωής. Υπάρχουν βέβαια πολλοί περισσότεροι δείκτες, οι οποίοι βασίζονται σε κριτήρια μη ιατρο-υγιεινής υφής και που αναφέρονται σε περιβαλλοντικά ή κοινωνικοοικονομικά δεδομένα, σύμφωνα όμως με τη διεθνή πρακτική γίνεται περισσότερη χρήση των αρνητικών δεικτών για τον υπολογισμό και την σύγκριση του επιπέδου υγείας δύο ή περισσοτέρων χωρών5.



2. ΚΥΡΙΩΣ ΜΕΡΟΣ

2.1  Η συγκριτική μελέτη του επιπέδου υγείας του ελληνικού πληθυσμού με αυτό του γερμανικού


Η Γερμανία με σχεδόν οκταπλάσιο πληθυσμό από την Ελλάδα εμφανίζει δαπάνες για την υγεία περί τα 4,371 $, θα περίμενε λοιπόν κανείς από μία πολύ μικρότερη χώρα, όπως είναι η χώρα μας να έχει ανάλογες  δαπάνες με τον πληθυσμό της. Το παράδοξο όμως είναι πως οι συνολικές δαπάνες στην χώρα μας είναι πολύ κοντά σε τιμές με την Γερμανία, κάτι το οποίο ισχύει και για το ποσοστό των δαπανών επί του ΑΕΠ 6.Ανάλογα αποτελέσματα προκύπτουν και κατά την σύγκριση άλλων δεικτών, όπως του δείκτη γεννητικότητας,7 της παιδικής θνησιμότητας και του προσδόκιμου επιβίωσης,8 όπου οι τιμές των δύο χωρών βρίσκονται πολύ κοντά. Βέβαια αν λάβουμε υπόψη κατά τον τελευταίο αιώνα ότι  παρατηρείται γενικότερα σε όλα τα ανεπτυγμένα κράτη μια ραγδαία αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης, εξαιτίας πολλών παραγόντων, όπως της μείωσης της παιδικής θνησιμότητας, της ανόδου του βιοτικού επιπέδου, της μεγαλύτερης πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας, της βελτίωσης της ζωής και της εκπαίδευσης, μπορούμε εύκολα να εξηγήσουμε την σύγκλιση των τιμών αυτών. γεγονός που γεννά ερωτήματα στο κατά πόσο υπάρχει συσχετισμός και στην στατιστική αποτύπωση του επιπέδου υγείας των δύο πληθυσμών (Πίνακας 1).


ΕΛΛΑΔΑ
ΓΕΡΜΑΝΙΑ
Συνολικός Πληθυσμός
11,125,000
82,800,000
Προσδόκ.Επιβίωσης στη γέννα (αντ/γυν)
78/84
78/83
Συν. Δαπάνες για την υγεία ( $)
2,918
4,371
Συν. Δαπάνες σε % επί του ΑΕΠ
10,8
11,1
Παιδική Θνησιμότητα(ανά 100.000 γεννήσεις)
7
5
Γεννητικότητα (αριθμός έμβιων/γυναίκα)
1,43
1,36
                                                                       
                                                                           Πίνακας 1- Δημογραφικά και άλλα στοιχεία σε αντιπαραβολή (Ελλάδα- Γερμανία) 2011


Θα πρέπει έτσι προκειμένου να καταλήξουμε σε ορθότερα αποτελέσματα να διερευνήσουμε εκτενέστερα το επίπεδο υγείας των δύο πληθυσμών συγκρίνοντας τους και σε άλλα επίπεδα πέραν του ιατρό- υγιεινού φάσματος.

Ας διερευνήσουμε αρχικά τον δείκτη ανεργίας. Το ποσοστό ανεργίας αποτελεί σημαντικό δείκτη τόσο με κοινωνικές όσο με οικονομικές διαστάσεις. Η αύξηση της ανεργίας οδηγεί σε απώλεια εισοδήματος από
τους θιγόμενους πολίτες, αυξημένη πίεση για δημόσιες δαπάνες σε σχέση με τις κοινωνικές παροχές καθώς και μείωση των φορολογικών εσόδων. Η μακροχρόνια ανεργία ιδιαιτέρως, εκτός από τις επιπτώσεις στα άτομα και τα νοικοκυριά, επηρεάζει αρνητικά την κοινωνική συνοχή, εμποδίζει την
οικονομική ανάπτυξη και άρα αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της κατάστασης ενός πληθυσμού.

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, κατά την περίοδο 2006-2011 η Ελλάδα είχε το μεγαλύτερο ποσοστό αύξησης στην Ευρώπη των 27, κατά 5,1 μονάδες, ενώ η Γερμανία στέκεται στον αντίποδα όντας η μόνη χώρα που παρουσίασε σχετικά μεγάλη ανατροπή ρίχνοντας τα ποσοστά ανεργίας κατά 1,2 ποσοστιαίες μονάδες ( Πίνακας 2).9

Κάπου εδώ θα ήταν χρήσιμο να ελέγξουμε και έναν ακόμα σημαντικό δείκτη, αυτόν της Οικονομικής Ανισότητας Εισοδήματος.(Γράφημα 1 Οι κυβερνήσεις οι φορείς χάραξης πολιτικής και οι φορείς της κοινωνίας γενικότερα δεν μπορούν να καταπολεμήσουν την φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό χωρίς να αναλυθούν οι ανισότητες μέσα στην κοινωνία είτε είναι οικονομικής είτε κοινωνικής φύσεως. Τα στοιχεία για την οικονομική ανισότητα αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικό εργαλείο για την εκτίμηση της σχετικής φτώχειας, καθώς η κατανομή των πόρων μπορεί να έχει άμεση σχέση με την έκταση και το βάθος της φτώχειας.
 


                                                                 Γράφημα 1 -  Οικονομική Ανισότητα Εισοδήματος (2011)

 

            Γράφημα 2 - Μέση διαφορά εισοδήματος των ατόμων σε κίνδυνο φτώχειας σε σχέση με το κατώτατο όριο φτώχειας (2011)



Όπως προκύπτει και από τα παραπάνω στην Ελλάδα υπάρχει μεγάλη οικονομική ανισότητα, σημαντικό επίσης  είναι ότι ιδιαίτερα μεγάλο είναι και το βάθος της φτώχειας, δηλαδή το πόσο φτωχοί είναι οι φτωχοί, το οποίο μπορεί να μετρηθεί από την διαφορά εισοδήματος σε σχέση με το όριο της φτώχειας (Γράφημα 2). Αντίθετα στην Γερμανία παρατηρούνται πιο χαμηλές τιμές, ιδιαίτερα στο βάθος της φτώχειας, όπου σύμφωνα με την κατάσταση βρίσκεται μεταξύ των κρατών της Ε.Ε  με χαμηλή διαφορά.10

Τέλος, σημαντικό θα ήταν να στραφούμε  σε στοιχεία που παρέχουν πληροφορίες για το σύστημα υγείας των δύο χωρών. Η ισοτιμία της πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό στόχο στην άσκηση πολιτικής. Μια μέθοδος αποτίμησης σε ποιο βαθμό ο στόχος αυτός έχει επιτευχθεί είναι μέσω της αξιολόγησης εκθέσεων των ανικανοποίητων αναγκών υγειονομικής περίθαλψης. Τα προβλήματα που αναφέρουν τα άτομα στο να δεχθούν κάποιας μορφής περίθαλψη όταν είναι άρρωστοι ή έχουν κάποιον τραυματισμό αντικατοπτρίζουν σημαντικά εμπόδια στην παροχή φροντίδας.

Μερικοί συνήθεις λόγοι για τη μη λήψη φροντίδας περιλαμβάνουν το υπερβολικό κόστος της θεραπείας, μεγάλους χρόνους αναμονής, περιορισμούς στον ελεύθερο χρόνο λόγω εργασίας ή οικογενειακών υποχρεώσεων, καθώς επίσης το ότι χρειάζεται να διανύσουν μεγάλη απόσταση για να λάβουν την απαραίτητη περίθαλψη (προσβασιμότητα). Επίσης μπορεί να παρατηρηθούν διαφοροποιήσεις μεταξύ ομάδων του πληθυσμού για τη μη ικανοποίηση των αναγκών που μπορεί να οφείλονται εν μέρει σε κοινωνικό -πολιτιστικές διαφορές, ωστόσο αυτοί οι παράγοντες παίζουν μικρότερο ρόλο.11

Πιο ολοκληρωμένο συμπέρασμα για την ποιότητα και το εύρος των υπηρεσιών που παρέχει το σύστημα υγείας μιας χώρας θα έχουμε όταν οι αυτοαναφερόμενες ανεκπλήρωτες ανάγκες του πληθυσμού συνδυαστούν με άλλους δείκτες των πιθανών εμποδίων στην πρόσβαση, όπως η έκταση της δημόσιας κάλυψης της υγείας και τα ποσά των ιδιωτικών πληρωμών.

                                                             
                                               Γράφημα 3 - Έξοδα για την υγεία ανα τύπο χρηματοδότησης (2010)

Παρότι και στις δύο χώρες η δημόσια χρηματοδότηση είναι η κύρια πηγή των κεφαλαίων για δαπάνες υγείας, αυτό δεν συνεπάγεται του ότι παίζει τον κυρίαρχο οικονομικό ρόλο σε όλες τις υπηρεσίες και τα αγαθά. Γεγονός είναι πως ο δημόσιος τομέας καλύπτει ένα πολύ υψηλότερο ποσοστό του κόστους σε ιατρικές υπηρεσίες παρά σε ιατρικά προϊόντα ( κυρίως αναφερόμαστε σε φαρμακευτικά προϊόντα), μετά όμως από τη δημόσια χρηματοδότηση, κύρια πηγή αποτελούν οι ιδιωτικές πληρωμές. Στις ιδιωτικές πληρωμές συγκαταλέγονται οι πληρωμές ‘από τσέπης’, η ιδιωτική ασφάλιση και άλλα ιδιωτικά κεφάλαια, όπως ΜΚΟ και ιδιωτικές εταιρίες.12

Την τελευταία δεκαετία παρατηρείται αύξηση των ιδιωτικών πληρωμών στις δύο χώρες, πιο συγκεκριμένα το 2010 η Ελλάδα είχε τα υψηλότερα ποσοστά μεταξύ των κρατών- μελών της Ε. Ε. Οι τιμές όμως αυτές οφείλονται σε πληρωμές ‘από τσέπης’ καθώς αντιστοιχούν σε συμμετοχή στα συνταγογραφημένα φάρμακα, σε αγορές μη-συνταγογραφημένων φαρμάκων, σε χρήση παροχών υγείας από ιδιωτικούς φορείς και σε άτυπες πληρωμές δημόσιων παροχών. Αντίθετα στην Γερμανία παρατηρείται στροφή προς την ιδιωτική ασφάλιση, εδώ όμως η αύξηση του πληθυσμού που καλύπτεται από ιδιωτική ασφάλιση οφείλεται στο ότι τα άτομα επιζητούν ταχύτερη πρόσβαση σε ιατρικές υπηρεσίες, όπου υπάρχουν μεγάλοι χρόνοι αναμονής στα δημόσια συστήματα και όχι σε πληρωμές για παροχές του δημοσίου, υπάρχει βέβαια και ποσοστό σε πληρωμές ‘από τσέπης’ αλλά οι τιμές είναι πολύ χαμηλότερες (Γράφημα 3).12  

Καταλήγοντας είδαμε ότι παρατηρούνται μεγάλες διαφορές στο επίπεδο υγείας των δύο πληθυσμών, όχι όμως στους δείκτες θνησιμότητας και νοσηρότητας μιας και μιλάμε για δύο ανεπτυγμένες χώρες αλλά στα διάφορα επίπεδα της καθημερινότητας . Για να το θέσουμε  πιο γλαφυρά θα μπορούσαμε να πούμε πως η διαφοροποίηση έγκειται στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα της ζωής, καθώς η Ελλάδα πάσχει από κακοδιαχείριση των υφιστάμενων πόρων όχι μόνο για την υγεία, αλλά και του εργατικού δυναμικού της (η ανεργία από οικονομική σκοπιά μπορεί να θεωρηθεί ως η αχρησιμοποίητη ικανότητα εργασίας) .   Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν και τα υψηλά ποσοστά των ατόμων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όντας άνεργοι,13 αλλά και η μεγάλη αναλογία γιατρών ανά πολίτη με ταυτόχρονη έλλειψη σε νοσοκομειακά κρεβάτια και νοσηλευτικό προσωπικό (Πίνακας 6).14



(τιμές ανά 100.000 κατοίκους)
Ελλάδα
Γερμανία
Γιατροί
612,6
373,1
Νοσοκ. Κρεβάτια
484,8
824,8





                                                                                                     Πίνακας 3 - Δείκτες Υγειονομικού Συστήματος (2010)





2.2 Κυριότερες αιτίες θανάτου στον ελληνικό πληθυσμό , η διαχρονική τους εξέλιξη και πως μπορεί η πρόληψη, η προαγωγή και η αγωγή υγείας να συμβάλει θετικά σε αυτές.  



Οι κύριες αιτίες θανάτου στον ελληνικό πληθυσμό, κατά φθίνουσα σειρά είναι τα νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος, τα κακοήθη νεοπλάσματα, οι παθήσεις του αναπνευστικού συστήματος και οι εξωγενείς αιτίες που προκαλούν τραύματα και δηλητηριάσεις .15


                                                 Γράφημα 4  - Κυριότερες αιτίες θνησιμότητας στην Ελλάδα (2004)



 


2.2.1 Νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος

Τα καρδιαγγειακά νοσήματα αποτελούν μεγάλο ιατρικό αλλά και κοινωνικό πρόβλημα, καθώς κατέχουν την πρώτη θέση στις αιτίες θανάτου μεταξύ ανδρών και γυναικών, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε Ευρωπαϊκό και σε παγκόσμιο ακόμα επίπεδο, με την χώρα μας να συγκαταλέγεται πλέον στον δυσμενή κατάλογο των χωρών που πλήττονται περισσότερο.

Τα καρδιαγγειακά αποτελούν ένα ευρύ φάσμα  διαταραχών, τα οποία προσβάλουν την καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία. Μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης παρουσιάζουν η Στεφανιαία Νόσος και τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια. Όπως διατυπώνεται σε πολλές επιδημιολογικές μελέτες, το πρόβλημα αφορά τόσο άνδρες όσο και γυναίκες, παρόλο που οι γυναίκες προεμμηνοπαυσιακά έχουν συνολικά μικρότερο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου, διότι προστατεύονται από τα οποία προκαλούν αύξηση της HDL.

Η πορεία της νόσου παρουσιάζει διαχρονικά  πολλά σκαμπανεβάσματα . Η προτυποποιημένη κατά ηλικία θνησιμότητα από παθήσεις του κυκλοφορικού, κατά την δεκαετία του 1960, στην Ελλάδα ήταν η χαμηλότερη στην Ευρώπη. Έπειτα ακολούθησε σημαντική αύξηση μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και στη συνέχεια μέχρι και σήμερα  παρουσιάζει αισθητή μείωση, παρόλαυτα εξακολουθεί να βρίσκεται 5η σε κατάταξη μεταξύ των άλλων κρατών- μελών της Ε.Ε .16

Τα καρδιαγγειακά νοσήματα θεωρούνται μάστιγα των δυτικών κοινωνιών και αποτέλεσμα της βιομηχανοποίησης, της αστικοποίησης και της υιοθέτησης συγκεκριμένου τρόπου ζωής, όπως το κάπνισμα, η κακή διατροφή, έλλειψη φυσικής δραστηριότητας, που συνιστούν και τους κυριότερους παράγοντες κινδύνου  των αντίστοιχων νοσημάτων. Σε επίπεδο πρόληψης πολλά μπορούν να γίνουν για τον έλεγχο εμφάνισης αλλά και περιορισμού των επιπτώσεων του φαινομένου. Ειδικότερα, με τις δράσεις πρωτογενούς πρόληψης αναμένεται ο έλεγχος και ο περιορισμός των παραγόντων κινδύνου (παχυσαρκία, κάπνισμα, αλκοόλ) και η γενικότερη ενημέρωση και πληροφόρηση του πληθυσμού. Παράλληλα, επιδιώκεται η ανάπτυξη προγραμμάτων δευτερογενούς πρόληψης για τον προσυμπτωματικό έλεγχο του πληθυσμού σχετικά με τους παθολογικούς παράγοντες κινδύνου (υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης, υπερχοληστεριναιμίας). Με την αποτελεσματική εφαρμογή αυτών των προληπτικών δράσεων μπορούμε βάσιμα να αναμένουμε τη μείωση της νοσηρότητας από καρδιαγγειακά νοσήματα.


 


2.2.2 Κακοήθεις Νεοπλασίες ( Καρκίνος)


Στις περισσότερες χώρες του κόσμου, όπως και στην Ελλάδα, ο καρκίνος αποτελεί την δεύτερη αιτία θανάτου μετά τα καρδιαγγειακά . Πιο συχνές αιτίες θανάτου αποτελούν ο καρκίνος του πνεύμονα, του στομάχου, του ήπατος, του παχέος εντέρου και τέλος του μαστού, αν και παρατηρούνται διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα φύλα.


Στην Ελλάδα η θνησιμότητα από καρκίνο παραμένει γενικά σε πιο χαμηλά επίπεδα απ' ότι στις υπόλοιπες ανεπτυγμένες χώρες, ωστόσο η πορεία της νόσου παρουσιάζει  σταθερή αυξητική τάση την τελευταία δεκαετία. Αν και μία πρόσφατη μελέτη έδειξε πως η αποφεύξιμη θνησιμότητα μειώθηκε, γεγονός που εν μέρει αποδίδεται στη βελτίωση των υπηρεσιών υγείας.

Ο καρκίνος είναι μια πάθηση για την οποία έχουν ενοχοποιηθεί ποικίλες μεταλλάξεις του γενετικού υλικού. Για τις μεταλλάξεις αυτές φαίνεται να παίζουν καθοριστικό ρόλο, πέραν τον γονιδίων και περιβαλλοντικοί παράγοντες, για τους οποίους τόσο τα άτομα τόσο και η κοινωνία μπορούν να παρέμβουν. Το κάπνισμα, η διατροφή , η παχυσαρκία, η έλλειψη σωματικής άσκησης εμπλέκονται και εδώ άμεσα με το επιδημιολογικό πρότυπο της νόσου, σ' αυτούς έρχονται να συμπληρωθούν και κάποιοι λοιμογόνοι παράγοντες, όπως ο ιός της Ηπατίτιδας B και C καθώς και ο HPV.17

Σε επίπεδο πρόληψης, οι δράσεις μπορούν να στοχεύσουν μόνο στον τομέα των παραγόντων που επιδέχονται τροποποίηση .Πιο συγκεκριμένα, με τις δράσεις πρωτογενούς  πρόληψης στοχεύεται η ελάττωση της έκθεσης του πληθυσμού στους προαναφερόμενους παράγοντες κινδύνου και η ενημέρωση του γενικού πληθυσμού για την πρώιμη αναγνώριση των συνηθέστερων συμπτωμάτων καρκίνου, καθώς και παραγόντων που σχετίζονται μ' αυτόν . Παράλληλα, δευτερογενώς, με δράσεις που σκοπό έχουν την αύξηση της συμμετοχής του πληθυσμού σε προγράμματα ατομικού και ομαδικού προσυμπτωματικού ελέγχου. Τέλος, σε τριτογενές επίπεδο, με την θεσμοθέτηση πλαισίου για την λειτουργία ξενώνων τελικού σταδίου, με την παροχή συμβουλευτικής - ανακουφιστικής στήριξης, με την ανάπτυξη συστήματος επανελέγχου των ογκολογικών ασθενών για την έγκαιρη διάγνωση των μεταστάσεων, αλλά και την βελτίωση του θεσμικού πλαισίου για την ενίσχυση των μηχανισμών εργασιακής και κοινωνικής επανένταξης, ώστε να ελαττωθούν οι επιπτώσεις της νόσου και να βελτιωθεί το επίπεδο ζωής των ασθενών σε τελικό στάδιο.

Στην Ελλάδα η θνησιμότητα από καρκίνο παραμένει γενικά σε πιο χαμηλά επίπεδα απ' ότι στις υπόλοιπες ανεπτυγμένες χώρες, ωστόσο η πορεία της νόσου παρουσιάζει  σταθερή αυξητική τάση την τελευταία δεκαετία. Αν και μία πρόσφατη μελέτη έδειξε πως η αποφεύξιμη θνησιμότητα μειώθηκε, γεγονός που εν μέρει αποδίδεται στη βελτίωση των υπηρεσιών υγείας.



3. Συμπεράσματα 

Η μέτρηση του επιπέδου υγείας ενός πληθυσμού απαιτεί πολυπαραγοντική προσέγγιση, παράγοντες οι οποίοι έχουν ως κοινό παρονομαστή την οικονομική κατάσταση του πληθυσμού. Η συγκριτική μελέτη που προηγήθηκε κατέδειξε κάποιους από τους τομείς που υπολείπεται η Ελλάδα σε σχέση με την Γερμανία, το δυστυχέστερο όλων όμως αποτελεί το δυσοίωνο μέλλον που προβλέπεται για την χώρα μας τώρα που εισήλθε σε καθεστώς οικονομικής κρίσης.

Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, η οικονομική κρίση συνδέεται άμεσα  με την αύξηση των δεικτών θνησιμότητας . Η  αυξημένη ανεργία, το φτωχότερο εισόδημα και η γενικότερη επιβάρυνση της καθημερινότητας έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχοκοινωνική κατάσταση του πληθυσμού, η οποία με τη σειρά της αποτελεί μείζονα παράγοντα αύξησης των καρδιαγγειακών νοσημάτων, των αυτοκτονιών, της παιδικής θνησιμότητας, εξαιτίας του στρες των μητέρων και τέλος αύξηση της νοσηρότητας ειδικά των χαμηλότερων κοινωνικοοικονομικών τάξεων, λόγω προβλημάτων στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, στη διατροφή, τη στέγαση, τα οποία δρουν αθροιστικά για την υγεία.18

Θα πρέπει λοιπόν η πολιτεία να μεριμνήσει στο να υπάρχει κάποια δικλείδα κατώτατου ορίου φτώχειας,   να υπάρξει δηλαδή  ‘δίχτυ προστασίας’ των πολιτών ώστε να έχουν κάποια βασικά αγαθά, είτε ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης είτε  στέγασης και διατροφής. Από την άλλη μεριά, εμείς, οι ίδιοι οι πολίτες θα πρέπει να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας, να παραμένουμε πλήρως ενημερωμένοι για την κατάσταση και να υιοθετήσουμε εναλλακτικούς τρόπους δράσεις προσαρμοσμένους στις νέες συνθήκες.



                                   .... Εργασία για το MSc  Διοίκηση Μονάδων Υγείας. ΕΑΠ
                                                 Δάφνη Πατσιάλα -Κοινωνιολόγος